διαστροφέας

ο, η (Μ διαστροφεύς)
1. αυτός που διαστρέφει, διαστρεβλώνει κάτι
2. αυτός που κάνει χειρότερο κάτι, διαφθορέας («οἱ δὲ... διαστροφέως πεπειραμένοι», Ευσ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διαστροφέας — ο αυτός που διαστρεβλώνει, παραμορφώνει, διαφθείρει: Ο διαστροφέας των λόγων του κατηγορήθηκε για συκοφαντία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαστροφέας — [диастрофэас] ουσ. а. развратитель, развратник …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • παρατρωτής — ὁ, Α [παρατιτρώσκω] διαστροφέας, διαστρεβλωτής, παραχαράκτης …   Dictionary of Greek

  • παραχαράκτης — ο, ΝΜΑ, παραχαρακτής Α [παραχαράσσω] ο κατασκευαστής κίβδηλων νομισμάτων, ο κιβδηλοποιός νεοελλ. μσν. συνεκδ. αυτός που αλλοιώνει, που διαστρέφει, που παραποιεί, ο διαστροφέας («παραχαράκται τῆς ἀληθείας», Ευστ.) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.